Αγγλικά → Ελληνικά - jiggle

προφορά
ρήμ. σείω, τινάσσω, τινάσσομαι

Αγγλικά → Αγγλικά - jiggle

προφορά
n. shake, wiggle, up and down movement
v. shake, wiggle, move up and down

Αγγλικά → Γαλλικά - jiggle

προφορά
n. secouement; balancement; oscillation; déplacement
v. secouer; balancer; osciller; déplacer

Αγγλικά → Γερμανικά - jiggle

προφορά
n. Rüttler; Wackler (Eiskunstlauf, Ballett)
v. rütteln; wackeln

Αγγλικά → Ινδονησιακά - jiggle

προφορά
n. goncang: keadaan goncang, goncangan, kegoncangan
v. goncang, bergoncang, menggoncangkan

Αγγλικά → Ιταλικά - jiggle

προφορά
s. dondolamento, oscillamento
v. scuotere lievemente, dondolare

Αγγλικά → Πολωνικά - jiggle

προφορά
v. wstrząsać, skakać, wstrząsnąć, skoczyć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - jiggle

προφορά
s. sacudidida, movimento
v. sacudir-se; sacudir, movimentar

Αγγλικά → Ρωσικά - jiggle

προφορά
с. покачивание, тряска
г. покачиваться, трястись, покачивать, трясти

Αγγλικά → Ισπανικά - jiggle

προφορά
s. zangoloteo, zangoteo, zarandeo
v. zarandear, mover a tirones, zangolotear, zangotear

Αγγλικά → Τουρκικά - jiggle

προφορά
f. hafifçe sallanmak, hafif ve çabuk sallamak
i. hafif sallantı, hafifçe sallanma

Αγγλικά → Ουκρανικά - jiggle

προφορά
n. похитування
v. похитуватися, погойдувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - jiggle

προφορά
zn. schommeling
ww. schommelen, wiegen; doen schommelen

Αγγλικά → Αραβικά - jiggle

προφορά
‏تهزهز‏
‏تهزهز، هزهز‏

Αγγλικά → Κινεζικά - jiggle

προφορά
(名) 轻摇; 微动
(动) 轻摇; 抖动

Αγγλικά → Κινεζικά - jiggle

προφορά
(名) 輕搖; 微動
(動) 輕搖; 抖動

Αγγλικά → Χίντι - jiggle

προφορά
v. ठनठनाना, घनघनाना, बजना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - jiggle

προφορά
(動) 小刻みに動かす; 小刻みに動く
(名) 小刻みな動き, 小刻みな揺れ

Αγγλικά → Κορεατικά - jiggle

προφορά
명. 흔들림, 가벼운 흔들림
동. 가볍게 흔들다, 위로 아래로 움직이다

Αγγλικά → Βιετναμικά - jiggle

προφορά
n. cái lắc lắc nhẹ, cái xóc xóc nhẹ, động tác đưa đẩy nhẹ
v. lắc lắc nhẹ, xóc xóc nhẹ, đưa đẩy nhẹ


Χρονοι ρηματων

Present participle: jiggling
Present: jiggle (3.person: jiggles)
Past: jiggled
Future: will jiggle
Present conditional: would jiggle
Present Perfect: have jiggled (3.person: has jiggled)
Past Perfect: had jiggled
Future Perfect: will have jiggled
Past conditional: would have jiggled
© dictionarist.com