Αγγλικά → Ελληνικά - item

προφορά
ουσ. είδος κονδύλιον, χωριστό πράγμα, σημείωμα, είδος

Αγγλικά → Αγγλικά - item

προφορά
n. thing, object, article; news story, piece of information, scoop, piece of gossip
n. item, question
n. item

Αγγλικά → Γαλλικά - item

προφορά
n. article, article de presse; potin, sensation, élément, point, organe (auto), poste

Αγγλικά → Γερμανικά - item

προφορά
n. Punkt; Gegenstand, Stück, Artikel; Abschnitt; Einzelheit; Feld; Posten; Sensation

Αγγλικά → Ινδονησιακά - item

προφορά
n. butir, pokok, nomor, hal, ihwal, soal, pos, barang, artikel, berita

Αγγλικά → Ιταλικά - item

προφορά
s. voce, articolo; (Giorn) notizia; argomento, questione; (Teat) numero; (Mus) pezzo

Αγγλικά → Πολωνικά - item

προφορά
n. pozycja, pozycja w spisie, paragraf, sztuka

Αγγλικά → Πορτογαλικά - item

προφορά
s. item; parágrafo; artigo; verba, elemento, membro, componente; notícia

Αγγλικά → Ρουμανικά - item

προφορά
adv. idem, fel: la fel
n. paragraf, alineat, punct, articol, element
v. bifa, însemna

Αγγλικά → Ρωσικά - item

προφορά
с. пункт, параграф, вопрос, номер, новость, каждый отдельный предмет, статья, сообщение, газетная заметка

Αγγλικά → Ισπανικά - item

προφορά
s. artículo, data, ítem, objeto, producto; detalle; partida, rubro; asunto

Αγγλικά → Τουρκικά - item

προφορά
i. madde, kalem, parça, çeşit, haber
zf. keza, dahi, ayrıca, bir de

Αγγλικά → Ουκρανικά - item

προφορά
n. пункт, питання, повідомлення, деталь
adv. також, крім того

Γαλλικά → Αγγλικά - item

προφορά
(m) n. item, question

Πορτογαλικά → Αγγλικά - item

προφορά
(m) n. detail, item; article

Ισπανικά → Αγγλικά - item

προφορά
n. item

Ολλανδικά → Αγγλικά - item

προφορά
n. item, detail, fragment, particle

Αγγλικά → Ολλανδικά - item

προφορά
zn. stuk, punt; bericht; artikel; sensatie

Γαλλικά → Ρωσικά - item

προφορά
n. вопрос (в билете и т.п.) (m), единица информации (m)
adv. кроме того

Γερμανικά → Ισπανικά - item

προφορά
adv. ítem

Πορτογαλικά → Γαλλικά - item

προφορά
1. (jornal) article (m)
2. (contabilidade) article (m)
3. (encontro) point (m); question (f) 4. (objetos) article (m)

Ολλανδικά → Γαλλικά - item

προφορά
1. (vergadering) point (m); question (f)
2. (voorwerpen) article (m)

Αγγλικά → Αραβικά - item

προφορά
‏قيد، بند، مادة، موضوع، عنوان، نقطة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - item

προφορά
(名) 项目; 条款; 品目; 细目

Αγγλικά → Κινεζικά - item

προφορά
(名) 專案; 條款; 品目; 細目

Αγγλικά → Χίντι - item

προφορά
n. विषय, वस्तु, मद

Αγγλικά → Ιαπωνικά - item

προφορά
(名) 項目; 条項; 品目; 細目; 新聞記事

Αγγλικά → Κορεατικά - item

προφορά
명. 개조, 항목; 뉴스이야기,사설


dictionary extension
© dictionarist.com