Αγγλικά → Ελληνικά - involuntary

προφορά
επίθ. ακούσιος

Αγγλικά → Αγγλικά - involuntary

προφορά
adj. not done willingly, performed reluctantly; without conscious thought, unintentionally; instinctive

Αγγλικά → Γαλλικά - involuntary

προφορά
adj. involontaire, inintentionnel; inconscient

Αγγλικά → Γερμανικά - involuntary

προφορά
adj. unfreiwillig, ungewollt; unabsichtlich; instinktiv

Αγγλικά → Ιταλικά - involuntary

προφορά
agg. involontario

Αγγλικά → Πολωνικά - involuntary

προφορά
a. mimowolny, nieumyślny, nieświadomy, bezwiedny, odruchowy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - involuntary

προφορά
adj. involuntário; feito despropositadamente

Αγγλικά → Ρουμανικά - involuntary

προφορά
a. involuntar, neintenţionat, voie: fără voie, intenţie: fără intenţie

Αγγλικά → Ρωσικά - involuntary

προφορά
прил. ненамеренный, невольный, непроизвольный, автоматический, рефлективный

Αγγλικά → Ισπανικά - involuntary

προφορά
adj. involuntario

Αγγλικά → Τουρκικά - involuntary

προφορά
s. istemsiz, istemeden yapılan, iradedışı

Αγγλικά → Ουκρανικά - involuntary

προφορά
a. ненавмисний, мимовільний, неохочий, недобровільний

Αγγλικά → Ολλανδικά - involuntary

προφορά
bn. onvrijwillig; ongewild

Αγγλικά → Αραβικά - involuntary

προφορά
‏إلزامي، كرهي، لا طوعي، لا إرادي، تلقائي‏
‏إلزاميا‏

Αγγλικά → Κινεζικά - involuntary

προφορά
(形) 自然而然的, 不知不觉的, 无意识的

Αγγλικά → Κινεζικά - involuntary

προφορά
(形) 自然而然的, 不知不覺的, 無意識的

Αγγλικά → Ιαπωνικά - involuntary

προφορά
(形) 不本意な; 不随意の

Αγγλικά → Κορεατικά - involuntary

προφορά
형. 비자발적인; 비의도적으로; 본능적인


dictionary extension
© dictionarist.com