Αγγλικά → Ελληνικά - invigorate

προφορά
ρήμ. ενδυναμώνω

Αγγλικά → Αγγλικά - invigorate

προφορά
v. energize, enliven; arouse; strengthen; animate

Αγγλικά → Γαλλικά - invigorate

προφορά
v. fortifier; revigorer; vivifier; tonifier; réanimer; redonner la vie à

Αγγλικά → Γερμανικά - invigorate

προφορά
v. stärken, kräftigen; anregen; beleben

Αγγλικά → Ινδονησιακά - invigorate

προφορά
v. menguatkan, memperkuat, menyegarkan, menggiatkan

Αγγλικά → Ιταλικά - invigorate

προφορά
v. corroborare, invigorire, tonificare, rinforzare, irrobustire

Αγγλικά → Πολωνικά - invigorate

προφορά
v. orzeźwiać, wzmacniać, krzepić, odświeżać, orzeźwić, wzmocnić

Αγγλικά → Πορτογαλικά - invigorate

προφορά
v. estimular, revigorar; fortificar, renovar, reanimar

Αγγλικά → Ρουμανικά - invigorate

προφορά
v. întări, fortifica, tonifica, înviora, da puteri noi

Αγγλικά → Ρωσικά - invigorate

προφορά
г. давать силы, подбадривать, укреплять

Αγγλικά → Ισπανικά - invigorate

προφορά
v. ser vigorizante; revigorizar, energizar, fortalecer, fortificar, revitalizar, revivificar, robustecer, tonificar

Αγγλικά → Τουρκικά - invigorate

προφορά
f. canlandırmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - invigorate

προφορά
v. сила: надавати сили, надихати

Αγγλικά → Ολλανδικά - invigorate

προφορά
ww. kracht bijzetten, versterken

Αγγλικά → Αραβικά - invigorate

προφορά
‏نعش، نشط، قوى‏

Αγγλικά → Κινεζικά - invigorate

προφορά
(动) 赋予精神; 鼓舞

Αγγλικά → Κινεζικά - invigorate

προφορά
(動) 賦予精神; 鼓舞

Αγγλικά → Χίντι - invigorate

προφορά
v. मज़बूत करना, दृढ़ करना, सबल बनाना, सबल बना देना, मज़बूत कर देना, दृढ कर देना, मोरचाबंदी करना, मोरचा करना, मोरचाबंदी बनाना, मोरचा बनाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - invigorate

προφορά
(動) 元気づける

Αγγλικά → Κορεατικά - invigorate

προφορά
동. 기운을 북돋우다, 생기를 불어넣다; 강하게 하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - invigorate

προφορά
v. quan sát, canh chừng


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: invigorating
Present: invigorate (3.person: invigorates)
Past: invigorated
Future: will invigorate
Present conditional: would invigorate
Present Perfect: have invigorated (3.person: has invigorated)
Past Perfect: had invigorated
Future Perfect: will have invigorated
Past conditional: would have invigorated
© dictionarist.com