Πορτογαλικά → Αγγλικά - investidura

προφορά
(f) n. investiture, bestowing

Ισπανικά → Αγγλικά - investidura

προφορά
n. investment, expenditure of money or effort for future benefits

Πορτογαλικά → Γαλλικά - investidura

προφορά
(cerimônia) investiture (f)

Ισπανικά → Γαλλικά - investidura

προφορά
(ceremonia) investiture (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - investidura

προφορά
n. belehnung, investitur, verleihung, bekleidung, einkleidung


dictionary extension
© dictionarist.com