Αγγλικά → Ελληνικά - inventive

προφορά
επίθ. εφευρετικός

Αγγλικά → Αγγλικά - inventive

προφορά
adj. apt at inventing, creative; characterized by invention; new, original
adj. inventive, creative
n. inventiveness, ingenuity

Αγγλικά → Γαλλικά - inventive

προφορά
adj. inventif, novateur, originale

Αγγλικά → Γερμανικά - inventive

προφορά
adj. schöpferisch; erfinderisch; originell, authentisch

Αγγλικά → Ινδονησιακά - inventive

προφορά
a. berdaya cipta

Αγγλικά → Ιταλικά - inventive

προφορά
agg. inventivo, creativo, fantasioso, originale

Αγγλικά → Πολωνικά - inventive

προφορά
a. wynalazczy, pomysłowy, zmyślny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - inventive

προφορά
adj. inventivo; original, moderno

Αγγλικά → Ρουμανικά - inventive

προφορά
a. inventiv, ingenios

Αγγλικά → Ρωσικά - inventive

προφορά
прил. изобретательный, находчивый

Αγγλικά → Ισπανικά - inventive

προφορά
adj. inventivo

Αγγλικά → Τουρκικά - inventive

προφορά
s. yaratıcı, özgün, orijinal

Αγγλικά → Ουκρανικά - inventive

προφορά
a. винахідливий, вимудруваний

Γαλλικά → Αγγλικά - inventive

προφορά
[inventif] adj. inventive, creative

Αγγλικά → Ολλανδικά - inventive

προφορά
bn. inventief, vindingrijk

Αγγλικά → Αραβικά - inventive

προφορά
‏مخترع، مبدع، خلاقي، إبداعي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - inventive

προφορά
(形) 善于创造的, 发明的

Αγγλικά → Κινεζικά - inventive

προφορά
(形) 善於創造的, 發明的

Αγγλικά → Χίντι - inventive

προφορά
a. आविष्कारशील, कल्पनाचतुर, आविष्कार कुशल

Αγγλικά → Ιαπωνικά - inventive

προφορά
(形) 創造的な; 発明による; 独創的な, 真新しい; 発明の才がある

Αγγλικά → Κορεατικά - inventive

προφορά
형. 창의적인; 발명의, 발명의 재능이 있는; 새로운

Αγγλικά → Βιετναμικά - inventive

προφορά
a. phát minh, có nhiều sáng kiến, bịa đặt


dictionary extension
© dictionarist.com