Πορτογαλικά → Αγγλικά - intrínseco

προφορά
adj. intrinsic, inherent

Ισπανικά → Αγγλικά - intrínseco

προφορά
adj. intrinsical, intrinsic

Πορτογαλικά → Γαλλικά - intrínseco

προφορά
(geral) intrinsèque

Ισπανικά → Γαλλικά - intrínseco

προφορά
(general) intrinsèque

Ισπανικά → Γερμανικά - intrínseco

προφορά
a. inner, innerlich, eigentlich, wesentlich

Ισπανικά → Κορεατικά - intrínseco

προφορά
adj. 본래 갖추어진


dictionary extension
© dictionarist.com