Αγγλικά → Ελληνικά - intolerance

προφορά
ουσ. μισαλλοδοξία, αδιαλλαξία

Αγγλικά → Αγγλικά - intolerance

προφορά
n. lack of tolerance, bigotry, bias, prejudice; inability to tolerate or withstand; extreme sensitivity (to a medicine, food, etc.)
n. intolerance, prejudice, inability to tolerate or withstand; extreme sensitivity (to a medicine, food, etc.)

Αγγλικά → Γαλλικά - intolerance

προφορά
n. intolérance, sensibilité; inpassivité

Αγγλικά → Γερμανικά - intolerance

προφορά
n. Intoleranz, Ungeduld, Vorurteil; Unfähigkeit etwas zu tolerieren; extreme Empfindlichkeit (Essen oder Medizin gegenüber)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - intolerance

προφορά
n. ketidaktoleranan

Αγγλικά → Ιταλικά - intolerance

προφορά
s. intolleranza

Αγγλικά → Πολωνικά - intolerance

προφορά
n. nietolerancja, niepobłażliwość, nietolerancyjność

Αγγλικά → Πορτογαλικά - intolerance

προφορά
s. intolerância; impaciência

Αγγλικά → Ρουμανικά - intolerance

προφορά
n. intoleranţă

Αγγλικά → Ρωσικά - intolerance

προφορά
с. нетерпимость, непереносимость

Αγγλικά → Ισπανικά - intolerance

προφορά
s. intolerancia

Αγγλικά → Τουρκικά - intolerance

προφορά
i. hoşgörüsüzlük, dayanamama

Αγγλικά → Ουκρανικά - intolerance

προφορά
n. нетерпимість, нетерплячість, нетолерантність

Αγγλικά → Ολλανδικά - intolerance

προφορά
zn. onverdraagzaamheid; overgevoeligheid

Αγγλικά → Αραβικά - intolerance

προφορά
‏تعصب، عدم تسامح، حساسية مفرطة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - intolerance

προφορά
(名) 不宽容; 无法忍受; 偏执, 偏狭

Αγγλικά → Κινεζικά - intolerance

προφορά
(名) 不寬容; 無法忍受; 偏執, 偏狹

Αγγλικά → Χίντι - intolerance

προφορά
n. असह्यता, न सहने योग्यता, असहिष्णुता

Αγγλικά → Ιαπωνικά - intolerance

προφορά
(名) 不寛容; 耐えられないこと; 過敏症(薬や食べ物など)

Αγγλικά → Κορεατικά - intolerance

προφορά
명. 참을 수 없슴; 편견, 한쪽으로 치우침, 편협함; 과민성( 음식이나 약등에)

Αγγλικά → Βιετναμικά - intolerance

προφορά
n. không khoan dung


© dictionarist.com