Γερμανικά → Αγγλικά - intensiv

προφορά
adv. intensively, extremely, to a high degree, intensely

Ρουμανικά → Αγγλικά - intensiv

a. intensive
a. ascensive

Γερμανικά → Γαλλικά - intensiv

προφορά
adj. concentré, intensif, intense, fort
adv. activement, près: de près, intensément

Γερμανικά → Ιταλικά - intensiv

προφορά
adj. intensivo, intenso
adv. intensamente, intensivamente

Γερμανικά → Ρωσικά - intensiv

προφορά
adj. интенсивный, напряженный
adv. интенсивно

Γερμανικά → Ισπανικά - intensiv

προφορά
adj. intensivo, intenso, subido

Γερμανικά → Τουρκικά - intensiv

προφορά
s. yeğin, kuvvetli

Γερμανικά → Ολλανδικά - intensiv

προφορά
intensief ,intensieve ,intens

Γερμανικά → Κινεζικά - intensiv

προφορά
adj. adv. 紧张的。紧凑的。强化的。


© dictionarist.com