Αγγλικά → Ελληνικά - intelligent

προφορά
επίθ. έξυπνος, νοήμων

Αγγλικά → Αγγλικά - intelligent

προφορά
adj. having good judgement, discerning, sensible; clever, bright, very smart
adj. intelligent, having good judgement, clever, bright, very smart
adj. intelligent, clever; bright, brilliant, smart; apt, capable, knowledgeable; penetrating

Αγγλικά → Γαλλικά - intelligent

προφορά
adj. intelligent; avisé, sensé, raisonnable; sensible

Αγγλικά → Γερμανικά - intelligent

προφορά
adj. intelligent; geistreich; guter Wahrnehmung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - intelligent

προφορά
a. pandai, cerdas, intelijen

Αγγλικά → Ιταλικά - intelligent

προφορά
agg. intelligente

Αγγλικά → Πολωνικά - intelligent

προφορά
a. rozumny, mądry, pojętny, inteligentny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - intelligent

προφορά
adj. inteligente, que tem sabedoria, que tem inteligência; que possui capacidade de compreensão ou captação

Αγγλικά → Ρουμανικά - intelligent

προφορά
a. inteligent, deştept

Αγγλικά → Ρωσικά - intelligent

προφορά
прил. умный, разумный, понятливый, смышленый, понимающий

Αγγλικά → Ισπανικά - intelligent

προφορά
adj. inteligente, discerniente, entendedor, licurgo, perspicaz, racional

Αγγλικά → Τουρκικά - intelligent

προφορά
s. zeki, akıllı, yetenekli, kabiliyetli, usta, kültürlü

Αγγλικά → Ουκρανικά - intelligent

προφορά
a. розумний, кмітливий, знаючий, інформаційний, розвинений

Γαλλικά → Αγγλικά - intelligent

προφορά
adj. intelligent, clever; bright, brilliant, smart; apt, capable, knowledgeable; penetrating

Γερμανικά → Αγγλικά - intelligent

προφορά
adj. having good judgement, discerning, sensible; clever, bright, very smart

Ολλανδικά → Αγγλικά - intelligent

προφορά
adj. intelligent, having good judgement, discerning, sensible; clever, bright

Αγγλικά → Ολλανδικά - intelligent

προφορά
bn. met een hoog intelligentie quotient; wijs, intelligent

Γαλλικά → Γερμανικά - intelligent

προφορά
n. intelligenzler
adj. klug, geistreich, gescheit, intelligent, gelehrig

Γαλλικά → Ιταλικά - intelligent

προφορά
1. (général) intelligente
2. (intelligence) intelligente; sveglio; bravo; capace; abile; svelto; brillante
3. (réponse) intelligente; acuto; furbo

Γαλλικά → Πορτογαλικά - intelligent

προφορά
1. (général) inteligente
2. (intelligence) esperto; inteligente; brilhante
3. (réponse) inteligente; astucioso; perspicaz

Γαλλικά → Ρωσικά - intelligent

προφορά
n. умственный: умственные способности (m)
a. умный, понятливый, смышленый, сообразительный, толковый, развитой

Γαλλικά → Ισπανικά - intelligent

προφορά
1. (général) inteligente
2. (intelligence) inteligente; listo; agudo; perspicaz; despierto
3. (réponse) astuto; inteligente; listo

Γαλλικά → Τουρκικά - intelligent

προφορά
anlayışlı, zeki; becerikli

Γερμανικά → Γαλλικά - intelligent

προφορά
adj. intelligent
adv. intelligemment

Γερμανικά → Ιταλικά - intelligent

προφορά
adj. intelligente

Γερμανικά → Ρωσικά - intelligent

προφορά
adj. разумный, образованный, интеллигентный

Γερμανικά → Ισπανικά - intelligent

προφορά
adj. inteligente

Γερμανικά → Τουρκικά - intelligent

προφορά
s. anlayışlı, zeki

Ολλανδικά → Γαλλικά - intelligent

προφορά
(algemeen) intelligent

Γαλλικά → Ολλανδικά - intelligent

προφορά
1. (général) verstandig; intelligent
2. (intelligence) slim; schrander; snugger; pienter; kien; scherpzinnig; knap; bijdehand; vlug van begrip
3. (réponse) spitsvondig; scherpzinnig

Γερμανικά → Ολλανδικά - intelligent

προφορά
bevattelijk ,intelligent ,verstandig

Αγγλικά → Αραβικά - intelligent

προφορά
‏لبيب، شخص ذكي، ذكي، متقد الذهن، بارع، عاقل، ذو عقل، دال على ذكاء، نبيه، مدرك‏

Αγγλικά → Κινεζικά - intelligent

προφορά
(形) 聪明的; 有才智的; 伶俐的

Αγγλικά → Κινεζικά - intelligent

προφορά
(形) 聰明的; 有才智的; 伶俐的

Αγγλικά → Χίντι - intelligent

προφορά
n. मनस्वी
a. प्रज्ञ, बुद्धिजीवी का, मेधावी, सुजान, मनीषी, शिक्षित, बुद्धिमान का, सुबोध का

Αγγλικά → Ιαπωνικά - intelligent

προφορά
(形) 知能の高い; 理知的な

Αγγλικά → Κορεατικά - intelligent

προφορά
형. 이해력이 있는, 판단력이 있는; 똑똑한, 현명한, 총명한

Αγγλικά → Βιετναμικά - intelligent

προφορά
a. thông minh, sáng trí, khôn ngoan

Γερμανικά → Κινεζικά - intelligent

προφορά
adj. 聪明的。智商高的。


dictionary extension
© dictionarist.com