Αγγλικά → Ελληνικά - instil

προφορά
ρήμ. ενσταλάζω

Αγγλικά → Αγγλικά - instil

προφορά
[instill] v. introduce gradually, infuse; insert slowly in small amounts (also instil)

Αγγλικά → Γαλλικά - instil

προφορά
[instill] v. instiller; infiltrer; faire pénétrer goutte-à-goutte

Αγγλικά → Γερμανικά - instil

προφορά
v. einträufeln, einflößen; beibringen; nahelegen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - instil

προφορά
v. menanamkan, menanam, mempengaruhi dgn pelan-pelan, membangkitkan berangsur-angsur

Αγγλικά → Ιταλικά - instil

προφορά
[instill] v. stillare, introdurre gradualmente

Αγγλικά → Πολωνικά - instil

προφορά
v. wpajać, wkrapiać, wkraplać, zakraplać, zakorzeniać, zaszczepić, wkropić, wkroplić, zakroplić, zakorzenić, zaszczepiać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - instil

προφορά
[instill] v. infundir, incutir algo em-, introduzir graduadamente

Αγγλικά → Ρουμανικά - instil

προφορά
v. picura {med.}, inculca, insufla

Αγγλικά → Ρωσικά - instil

προφορά
[instill] г. внушать, вселять

Αγγλικά → Ισπανικά - instil

προφορά
[instill] v. instilar, imbuir, implantar, inculcar, infundir, inspirar, insuflar

Αγγλικά → Τουρκικά - instil

προφορά
f. damla damla akıtmak, damlatmak, sokmak, işlemek, aşılamak

Αγγλικά → Ουκρανικά - instil

προφορά
v. вливати по краплині, вселяти: поступово вселяти

Αγγλικά → Ολλανδικά - instil

προφορά
[instill] ww. druppelen, geleidelijk doen doordringen

Αγγλικά → Κινεζικά - instil

προφορά
v. 灌输 (guan4 shu1), 谆谆教诲 (zhun1 zhun1 jıao4 huı4)

Αγγλικά → Κινεζικά - instil

προφορά
v. 灌輸 (guan4 shu1), 諄諄教誨 (zhun1 zhun1 jıao4 huı4)

Αγγλικά → Χίντι - instil

προφορά
v. चित्त पर प्रबाव डालना, टपकाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - instil

προφορά
[instill] (動) 染み込ませる; 少しずつたらす(instil とも綴る)

Αγγλικά → Κορεατικά - instil

προφορά
[instill] 동. 침투시키다, 주입시키다; 방울씩 떨어뜨려 주입시키다

Αγγλικά → Βιετναμικά - instil

προφορά
v. nhỏ từng giọt, làm nhiểm vào, nhỏ thuốc vào mắt, nhỏ từng giọt xuống


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: instilling
Present: instil (3.person: instils)
Past: instilled
Future: will instil
Present conditional: would instil
Present Perfect: have instilled (3.person: has instilled)
Past Perfect: had instilled
Future Perfect: will have instilled
Past conditional: would have instilled
© dictionarist.com