Αγγλικά → Ελληνικά - inspirit

προφορά
ρήμ. εμψυχώ

Αγγλικά → Αγγλικά - inspirit

προφορά
v. breathe life or energy into, animate

Αγγλικά → Γαλλικά - inspirit

προφορά
v. être; donner le souffle de vie

Αγγλικά → Γερμανικά - inspirit

προφορά
v. beleben, inspirieren

Αγγλικά → Ινδονησιακά - inspirit

προφορά
v. menjiwai, menyemangati

Αγγλικά → Ιταλικά - inspirit

προφορά
v. animare, infondere coraggio a

Αγγλικά → Πολωνικά - inspirit

προφορά
v. ożywiać, rozgrzać, otucha: dodawać otuchy, ożywić

Αγγλικά → Πορτογαλικά - inspirit

προφορά
v. inspirar, encorajar, estimular, animar

Αγγλικά → Ρουμανικά - inspirit

προφορά
v. anima, însufleţi, încuraja, da curaj

Αγγλικά → Ρωσικά - inspirit

προφορά
г. воодушевлять, ободрить, вдохнуть

Αγγλικά → Ισπανικά - inspirit

προφορά
v. alegrar, animar

Αγγλικά → Τουρκικά - inspirit

προφορά
f. canlandırmak, hayat vermek, teşvik etmek, neşelendirmek

Αγγλικά → Ουκρανικά - inspirit

προφορά
v. надихати, підбадьорювати, окриляти

Αγγλικά → Ολλανδικά - inspirit

προφορά
ww. inspireren; leven inblazen

Αγγλικά → Αραβικά - inspirit

προφορά
‏أحيا، شجع‏

Αγγλικά → Κινεζικά - inspirit

προφορά
(动) 激励精神; 使振作; 鼓舞

Αγγλικά → Κινεζικά - inspirit

προφορά
(動) 激勵精神; 使振作; 鼓舞

Αγγλικά → Χίντι - inspirit

προφορά
v. प्ररेरित करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - inspirit

προφορά
(動) 活気づける

Αγγλικά → Κορεατικά - inspirit

προφορά
동. 활기 띠게 하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - inspirit

προφορά
v. khuyến khích, khích lệ


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: inspiriting
Present: inspirit (3.person: inspirits)
Past: inspirited
Future: will inspirit
Present conditional: would inspirit
Present Perfect: have inspirited (3.person: has inspirited)
Past Perfect: had inspirited
Future Perfect: will have inspirited
Past conditional: would have inspirited
© dictionarist.com