Ισπανικά → Αγγλικά - insistencia

προφορά
n. insistence

Ισπανικά → Γαλλικά - insistencia

προφορά
1. (exigencia) insistance (f)
2. (acción) insistance (f); protestations (fp)

Ισπανικά → Γερμανικά - insistencia

προφορά
n. drängen, eindringlichkeit, beharrung, beharrlichkeit, nachdruck, betonung

Ισπανικά → Ρωσικά - insistencia

προφορά
n. настойчивость

Ισπανικά → Κορεατικά - insistencia

προφορά
n. 주장


dictionary extension
© dictionarist.com