Αγγλικά → Ελληνικά - insidious

προφορά
επίθ. επίβουλος, ύπουλος

Αγγλικά → Αγγλικά - insidious

προφορά
adj. crafty, cunning, deceitful; subtly treacherous or dangerous; deadly while appearing to be harmless

Αγγλικά → Γαλλικά - insidious

προφορά
adj. insidieux, traître, rapporteur, dont l'objectif est de détruire les autres; jaloux

Αγγλικά → Γερμανικά - insidious

προφορά
adj. heimtückisch, hinterhältig; tückisch, schleichend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - insidious

προφορά
a. hati: yg busuk hati, berakal busuk, tersembunyi dan membahayakan

Αγγλικά → Ιταλικά - insidious

προφορά
agg. insidioso, subdolo

Αγγλικά → Πολωνικά - insidious

προφορά
a. podstępny, zdradziecki, zdradliwy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - insidious

προφορά
adj. insidioso, traiçoeiro, pérfido; preparador de ciladas, aquele que prepara emboscadas; aquele que está incubando uma doença

Αγγλικά → Ρουμανικά - insidious

προφορά
a. insidios, prefăcut, subtil

Αγγλικά → Ρωσικά - insidious

προφορά
прил. хитрый, коварный, незаметно подкрадывающийся, подстерегающий

Αγγλικά → Ισπανικά - insidious

προφορά
adj. insidioso, capcioso, ensañado, tendencioso

Αγγλικά → Τουρκικά - insidious

προφορά
s. sinsi, fırsat kollayan, hain

Αγγλικά → Ουκρανικά - insidious

προφορά
a. підступний

Αγγλικά → Ολλανδικά - insidious

προφορά
bn. verraderlijk, geniepig

Αγγλικά → Αραβικά - insidious

προφορά
‏غادر، مغو، نام على نحو تدريجي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - insidious

προφορά
(形) 隐伏的, 狡猾的, 阴险的

Αγγλικά → Κινεζικά - insidious

προφορά
(形) 隱伏的, 狡猾的, 陰險的

Αγγλικά → Χίντι - insidious

προφορά
a. कपटी, छली, घर्त्त

Αγγλικά → Ιαπωνικά - insidious

προφορά
(形) こっそり行われる; 知らない間に進む

Αγγλικά → Κορεατικά - insidious

προφορά
형. 교활한, 잠행성의

Αγγλικά → Βιετναμικά - insidious

προφορά
a. xảo quyệt, giả dối, gian trá


dictionary extension
© dictionarist.com