Ισπανικά → Αγγλικά - innovador

προφορά
adj. innovative, new, inventive, pertaining to innovation

Ισπανικά → Γαλλικά - innovador

προφορά
1. (general) innovateur
2. (hombre) innovateur (m); novateur (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - innovador

προφορά
n. neuerer, bahnbrecher
a. neuerungsfreudig, neuerungssüchtig

Ισπανικά → Ρωσικά - innovador

προφορά
n. новатор

Ισπανικά → Κορεατικά - innovador

προφορά
n. 혁신자


dictionary extension
© dictionarist.com