Ιταλικά → Αγγλικά - innato

προφορά
adj. innate, inborn, inherent, native, natural, inbred

Ισπανικά → Αγγλικά - innato

προφορά
adj. native, inborn, innate

Ιταλικά → Γαλλικά - innato

προφορά
1. (istruzione) infus {formal}; foncier; instinctif; viscéral; naturel
2. (qualità) inné
3. (medicina) inné

Ιταλικά → Γερμανικά - innato

προφορά
adj. angeboren, eingeboren, natürlich, spontan

Ισπανικά → Γαλλικά - innato

προφορά
1. (instrucción) infus {formal}; foncier; instinctif; viscéral; naturel
2. (calidad) inné
3. (medicina) inné

Ισπανικά → Γερμανικά - innato

προφορά
a. angeboren, ureigen

Ισπανικά → Ρωσικά - innato

προφορά
adj. врожденный

Ισπανικά → Κορεατικά - innato

προφορά
adj. 출생지의, 타고난


dictionary extension
© dictionarist.com