Πορτογαλικά → Αγγλικά - inicial

προφορά
adj. initial, initiatory; young, early; forehand, inaugural; inceptive, initiative; maiden

Ισπανικά → Αγγλικά - inicial

προφορά
adj. initial, incipient; leading; low

Πορτογαλικά → Γαλλικά - inicial

προφορά
1. (geral) initial 2. (a princípio) initial
3. (original) commençant; débutant 4. (letra) initiale (f)
5. (nome) initiale (f)

Ισπανικά → Γαλλικά - inicial

προφορά
1. (general) initial 2. (al principio) initial
3. (de inicio) commençant; débutant 4. (letra) initiale (f)
5. (nombre) initiale (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - inicial

προφορά
n. anfangsbuchstabe, initiale
a. anfänglich, beginnend, anfangs-, ursprünglich

Ισπανικά → Ρωσικά - inicial

προφορά
n. начальный: начальная буква,
adj. начальный

Ισπανικά → Κορεατικά - inicial

προφορά
n. 첫글자
adj. 시초의


© dictionarist.com