Αγγλικά → Ελληνικά - inherent

προφορά
επίθ. σύμφυτος, ενυπάρχων, συμφυής, έμφυτος

Αγγλικά → Αγγλικά - inherent

προφορά
adj. intrinsic, existing as a natural and integral part, natural, inborn
adj. inherent, intrinsic

Αγγλικά → Γαλλικά - inherent

προφορά
adj. inhérent, intrinsèque, qui fait partie intégrante, naturel

Αγγλικά → Γερμανικά - inherent

προφορά
adj. innewohnend; anhaftend, inhärent

Αγγλικά → Ινδονησιακά - inherent

προφορά
a. melekat: yg melekat, sifat: yg menjadi sifatnya, tetap: yg menjadi bagian tetap, diceraikan: yg tdk dpt diceraikan, inheren

Αγγλικά → Ιταλικά - inherent

προφορά
agg. inerente, intrinseco; innato, insito

Αγγλικά → Πολωνικά - inherent

προφορά
a. obecny, właściwy, tkwiący, nieodłączny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - inherent

προφορά
adj. inerente, inato; interno; natural

Αγγλικά → Ρουμανικά - inherent

προφορά
a. inerent, propriu, intrinsec, înnăscut, inseparabil

Αγγλικά → Ρωσικά - inherent

προφορά
прил. присущий, свойственный, неотъемлемый, врожденный

Αγγλικά → Ισπανικά - inherent

προφορά
adj. inherente, connatural, medular, sistémico

Αγγλικά → Τουρκικά - inherent

προφορά
s. doğal, doğuştan olan, yaradılıştan, özünde olan, doğasında olan

Αγγλικά → Ουκρανικά - inherent

προφορά
a. властивий, невід'ємний, природжений

Ολλανδικά → Αγγλικά - inherent

προφορά
adj. inherent, intrinsic, existing as a natural and integral part

Αγγλικά → Ολλανδικά - inherent

προφορά
bn. inherent, intrinsiek, eigen

Ολλανδικά → Γαλλικά - inherent

προφορά
(algemeen) inhérent

Αγγλικά → Αραβικά - inherent

προφορά
‏ملازم، متأصل، صلبي، متضمن في صلب، كامن، فطري‏

Αγγλικά → Κινεζικά - inherent

προφορά
(形) 固有的, 与生俱来的

Αγγλικά → Κινεζικά - inherent

προφορά
(形) 固有的, 與生俱來的

Αγγλικά → Χίντι - inherent

προφορά
a. सहज, जन्मजात, निहित, अंतनिर्हित

Αγγλικά → Ιαπωνικά - inherent

προφορά
(形) 本来備わった; 固有の

Αγγλικά → Κορεατικά - inherent

προφορά
형. 고유의, 타고난, 선천적인

Αγγλικά → Βιετναμικά - inherent

προφορά
n. thuộc về
a. chỉ định


dictionary extension
© dictionarist.com