Αγγλικά → Ελληνικά - ingenuous

προφορά
επίθ. αφελής, ανεπιτήδευτος

Αγγλικά → Αγγλικά - ingenuous

προφορά
adj. innocent, naive, artless; honest, open, straight-forward, frank

Αγγλικά → Γαλλικά - ingenuous

προφορά
adj. naïf, ingénu; droit; ouvert; franc

Αγγλικά → Γερμανικά - ingenuous

προφορά
adj. naiv, unschuldig; offen, direkt; offenherzig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - ingenuous

προφορά
a. jujur, terus terang, tulus, tulus hati, tulus ikhlas, sederhana

Αγγλικά → Ιταλικά - ingenuous

προφορά
agg. ingenuo, innocente; semplicione; candido, senza malizia

Αγγλικά → Πολωνικά - ingenuous

προφορά
a. niewinny, naiwny, niedoświadczony

Αγγλικά → Πορτογαλικά - ingenuous

προφορά
adj. ingênuo, inocente; certo, correto, franco; sincero

Αγγλικά → Ρουμανικά - ingenuous

προφορά
a. ingenuu, candid, inocent, sincer, franc

Αγγλικά → Ρωσικά - ingenuous

προφορά
прил. бесхитростный, простодушный

Αγγλικά → Ισπανικά - ingenuous

προφορά
adj. ingenuo, cándido, candoroso, inocente

Αγγλικά → Τουρκικά - ingenuous

προφορά
s. açık sözlü, saftrik, doğal, temiz kalpli, içten, saf, masum

Αγγλικά → Ουκρανικά - ingenuous

προφορά
a. нехитрий, благородний, щирий

Αγγλικά → Ολλανδικά - ingenuous

προφορά
bn. ongekunsteld, openhartig, naïef

Αγγλικά → Αραβικά - ingenuous

προφορά
‏ساذج، برئ، صريح‏

Αγγλικά → Κινεζικά - ingenuous

προφορά
(形) 坦白的, 天真的, 正直的

Αγγλικά → Κινεζικά - ingenuous

προφορά
(形) 坦白的, 天真的, 正直的

Αγγλικά → Χίντι - ingenuous

προφορά
a. निष्कपट, शुद्ध, सरल

Αγγλικά → Ιαπωνικά - ingenuous

προφορά
(形) 率直な; 純真な; 正直な

Αγγλικά → Κορεατικά - ingenuous

προφορά
형. 솔직한

Αγγλικά → Βιετναμικά - ingenuous

προφορά
a. thành thật, ngay thẳng, ngây thơ, chất phác


dictionary extension
© dictionarist.com