Ιταλικά → Αγγλικά - ingenuo

προφορά
adj. ingenuous, naive, artless, guileless, gullible, childlike

Ισπανικά → Αγγλικά - ingenuo

προφορά
adj. ingenuous, naive; simple minded

Ιταλικά → Γαλλικά - ingenuo

προφορά
1. (generale) ingénu
2. (comportamento) d'enfant; innocent; naïf; simple; ingénu

Ιταλικά → Γερμανικά - ingenuo

προφορά
n. unschuld
adj. naiv, leichtgläubig, einfältig, unaufgeklärt, schaffen: total geschafft

Ισπανικά → Γαλλικά - ingenuo

προφορά
1. (general) ingénu
2. (comportamiento) d'enfant; innocent; naïf; simple; ingénu
3. (crédulo) crédule; peu soupçonneux; trop confiant; naïf

Ισπανικά → Γερμανικά - ingenuo

προφορά
a. dumm, treuherzig, offenherzig, arglos, unbefangen, urwüchsig, naiv, unbedarft, einfältig, natürlich, kindlich, unschuldig

Ισπανικά → Ρωσικά - ingenuo

προφορά
adj. наивный

Ισπανικά → Κορεατικά - ingenuo

προφορά
adj. 솔직한, 소박한


dictionary extension
© dictionarist.com