Ιταλικά → Αγγλικά - ingenuamente

προφορά
adv. naively, gullibly, unsuspectingly

Πορτογαλικά → Αγγλικά - ingenuamente

προφορά
adv. fondly, affectionately

Ισπανικά → Αγγλικά - ingenuamente

προφορά
adv. naively, ingenuously, artlessly, innocently, frankly, openly

Ιταλικά → Γερμανικά - ingenuamente

προφορά
adv. naiv

Ισπανικά → Γερμανικά - ingenuamente

προφορά
adv. harmlos


dictionary extension
© dictionarist.com