Ισπανικά → Αγγλικά - ingeniero

προφορά
[ingeniero (m)] n. engineer, person who designs and plans (machinery, roads, etc.)

Ισπανικά → Γαλλικά - ingeniero

προφορά
(profesión - hombre) ingénieur (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - ingeniero

προφορά
n. ingenieur

Ισπανικά → Ρωσικά - ingeniero

προφορά
n. инженер

Ισπανικά → Κορεατικά - ingeniero

προφορά
n. 기사


dictionary extension
© dictionarist.com