Αγγλικά → Ελληνικά - infraction

προφορά
ουσ. παράβαση, παραβίαση

Αγγλικά → Αγγλικά - infraction

προφορά
n. breach, infringement, violation (of a commitment or obligation)
n. offence, infraction, breach; crime, violation; contravention, infringement, misdemeanor

Αγγλικά → Γαλλικά - infraction

προφορά
n. infraction, délit

Αγγλικά → Γερμανικά - infraction

προφορά
n. Übertretung, Regelverstoß

Αγγλικά → Ινδονησιακά - infraction

προφορά
n. pelanggaran

Αγγλικά → Ιταλικά - infraction

προφορά
s. infrazione, violazione, trasgressione

Αγγλικά → Πολωνικά - infraction

προφορά
n. naruszenie, nadłamanie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - infraction

προφορά
s. infração

Αγγλικά → Ρουμανικά - infraction

προφορά
n. încălcare, violare

Αγγλικά → Ρωσικά - infraction

προφορά
с. нарушение, надлом кости, инфракция

Αγγλικά → Ισπανικά - infraction

προφορά
s. infracción, conculcación, violación

Αγγλικά → Τουρκικά - infraction

προφορά
i. ihlal, tecâvüz, çiğneme, bozma

Αγγλικά → Ουκρανικά - infraction

προφορά
n. порушення, недодержання

Γαλλικά → Αγγλικά - infraction

προφορά
(f) n. offence, infraction, breach; crime, violation; contravention, infringement, misdemeanor

Αγγλικά → Ολλανδικά - infraction

προφορά
zn. overtreding, schending, inbreuk

Γαλλικά → Γερμανικά - infraction

προφορά
n. verletzung, ordnungswidrigkeit, zuwiderhandlung, missachtung, übertretung, verstoß, vergehen, delikt

Γαλλικά → Ιταλικά - infraction

προφορά
1. (lois) violazione (f); infrazione (f)
2. (droit) trasgressione (f); infrazione (f); violazione (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - infraction

προφορά
1. (lois) violação (f); infração (f)
2. (droit) ofensa (f); transgressão (f); infração (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - infraction

προφορά
n. инфракция (f), нарушение (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - infraction

προφορά
1. (lois) violación (f); infracción (f)
2. (droit) delito (m); infracción (f); violación (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - infraction

προφορά
[la] (yasaya\buyruğa) karşı geliş, dinlememe

Γαλλικά → Ολλανδικά - infraction

προφορά
1. (lois) overtreding (f); schending (f)
2. (droit) overtreding (f); vergrijp (n); inbreuk (m/f); schending (f)

Αγγλικά → Αραβικά - infraction

προφορά
‏خرق، مخالفة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - infraction

προφορά
(名) 违反; 侵害

Αγγλικά → Κινεζικά - infraction

προφορά
(名) 違反; 侵害

Αγγλικά → Χίντι - infraction

προφορά
n. भंग, उल्लंघन, अतिक्रमण

Αγγλικά → Ιαπωνικά - infraction

προφορά
(名) 違法(義務などの)

Αγγλικά → Κορεατικά - infraction

προφορά
명. 위반

Αγγλικά → Βιετναμικά - infraction

προφορά
n. sự vi phạm


dictionary extension
© dictionarist.com