Ισπανικά → Αγγλικά - influyente

προφορά
adj. influential, having or exerting influence, weighty, powerful, persuasive

Ισπανικά → Γαλλικά - influyente

προφορά
(general) influent

Ισπανικά → Γερμανικά - influyente

προφορά
a. einflussreich

Ισπανικά → Ρωσικά - influyente

προφορά
adj. влиятельный

Ισπανικά → Κορεατικά - influyente

προφορά
adj. 세력 있는, 영향을 미치는


© dictionarist.com