Αγγλικά → Ελληνικά - influential

προφορά
επίθ. ισχυρός, με επιρροή, σημαίνων

Αγγλικά → Αγγλικά - influential

προφορά
adj. having or exerting influence, weighty, powerful, persuasive

Αγγλικά → Γαλλικά - influential

προφορά
adj. influent

Αγγλικά → Γερμανικά - influential

προφορά
adj. einflußreich, beeinflussend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - influential

προφορά
a. berpengaruh: yg berpengaruh

Αγγλικά → Ιταλικά - influential

προφορά
agg. influente, autorevole; di grande influenza, determinante, che influisce; importante

Αγγλικά → Πολωνικά - influential

προφορά
a. wpływowy, przemożny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - influential

προφορά
adj. influente, que influencia, que tem muita influência

Αγγλικά → Ρουμανικά - influential

προφορά
a. influent

Αγγλικά → Ρωσικά - influential

προφορά
прил. влиятельный, важный

Αγγλικά → Ισπανικά - influential

προφορά
adj. influyente, preponderante

Αγγλικά → Τουρκικά - influential

προφορά
s. etkili, nüfuzlu, tesirli, sözü geçen

Αγγλικά → Ουκρανικά - influential

προφορά
a. впливовий, важливий, міродайний

Αγγλικά → Ολλανδικά - influential

προφορά
bn. invloedrijk; beinvloedend

Αγγλικά → Αραβικά - influential

προφορά
‏مؤثر، ذو نفوذ، ذو سلطة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - influential

προφορά
(形) 有影响的; 有势力的

Αγγλικά → Κινεζικά - influential

προφορά
(形) 有影響的; 有勢力的

Αγγλικά → Χίντι - influential

προφορά
a. प्रभावशाली, प्रभावपूर्ण

Αγγλικά → Ιαπωνικά - influential

προφορά
(形) 影響力のある

Αγγλικά → Κορεατικά - influential

προφορά
형. 영향을 미치는, 힘 있는

Αγγλικά → Βιετναμικά - influential

προφορά
a. có nhiều thế lực


dictionary extension
© dictionarist.com