Αγγλικά → Ελληνικά - inflation

προφορά
ουσ. φούσκωμα, εμφύσηση, πληθωρισμός

Αγγλικά → Αγγλικά - inflation

προφορά
n. increase in the supply of money in relation to the amount of goods available resulting in a rise in prices; act of filling with air or gas; state of being filled with air or gas
n. inflation, increase in the supply of money in relation to the amount of goods available resulting in a rise in prices
n. inflation, distension

Αγγλικά → Γαλλικά - inflation

προφορά
n. inflation; gonflement; enflure; oedéme

Αγγλικά → Γερμανικά - inflation

προφορά
n. Inflation (Vermehrung der Zahlungsmittel über den angemessenen Bedarf hinaus); Aufgeblasenheit; Geschwollenheit

Αγγλικά → Ινδονησιακά - inflation

προφορά
n. pemompaan, inflasi, penambahan jumlah uang yg beredar

Αγγλικά → Ιταλικά - inflation

προφορά
s. gonfiamento, gonfiatura; (fig) ampollosità; (Econ) inflazione

Αγγλικά → Πολωνικά - inflation

προφορά
n. nadymanie, napompowanie, nadmuchiwanie, wzdęcie, wydęcie, inflacja

Αγγλικά → Πορτογαλικά - inflation

προφορά
s. inflação; inchação; presunção; arrogância

Αγγλικά → Ρουμανικά - inflation

προφορά
n. umflare, umplere, infatuare

Αγγλικά → Ρωσικά - inflation

προφορά
с. надувание, вздутость; инфляция

Αγγλικά → Ισπανικά - inflation

προφορά
s. inflación, inflacionismo, inflado, inflamiento

Αγγλικά → Τουρκικά - inflation

προφορά
i. enflasyon, şişkinlik, şişirme, kendini beğenmişlik, abartı

Αγγλικά → Ουκρανικά - inflation

προφορά
n. надування, роздутість, інфляція, спучування

Γαλλικά → Αγγλικά - inflation

προφορά
(f) n. inflation, distension

Γερμανικά → Αγγλικά - inflation

προφορά
n. increase in the supply of money in relation to the amount of goods available resulting in a rise in prices; act of filling with air or gas; state of being filled with air or gas

Αγγλικά → Ολλανδικά - inflation

προφορά
zn. inflatie; opgeblazenheid

Γαλλικά → Γερμανικά - inflation

προφορά
n. inflation

Γαλλικά → Ιταλικά - inflation

προφορά
(économie) inflazione (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - inflation

προφορά
(économie) inflação (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - inflation

προφορά
n. инфляция (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - inflation

προφορά
(économie) inflación (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - inflation

προφορά
[la] enflasyon

Γερμανικά → Γαλλικά - inflation

προφορά
n. inflation (f)

Γερμανικά → Ιταλικά - inflation

προφορά
n. inflazione (f)

Γερμανικά → Ρωσικά - inflation

προφορά
n. инфляция (f)

Γερμανικά → Ισπανικά - inflation

προφορά
n. inflación (f)

Γερμανικά → Τουρκικά - inflation

προφορά
enflasyon.

Γαλλικά → Ολλανδικά - inflation

προφορά
(économie) inflatie (f); geldontwaarding (f)

Γερμανικά → Ολλανδικά - inflation

προφορά
inflatie

Αγγλικά → Αραβικά - inflation

προφορά
‏تضخم مالي، إرتفاع، نفخ، التضخم بشكل عام‏

Αγγλικά → Κινεζικά - inflation

προφορά
(名) 胀大; 通货膨胀; 夸张

Αγγλικά → Κινεζικά - inflation

προφορά
(名) 脹大; 通貨膨脹; 誇張

Αγγλικά → Χίντι - inflation

προφορά
n. मुद्रास्फीति, मुद्राप्रसार

Αγγλικά → Ιαπωνικά - inflation

προφορά
(名) インフレーション; 膨らますこと; 慢心

Αγγλικά → Κορεατικά - inflation

προφορά
명. 인플레이션, 물건의 수량에 대한 통화공급의 증가로 가격상승을 야기시키는 현상; 가스나 공기로 가득 채움; 팽창한 상태

Αγγλικά → Βιετναμικά - inflation

προφορά
n. lên giá, tăng giá quá đáng, sự lạm phát, văn dài dòng, rườm rà

Γερμανικά → Κινεζικά - inflation

προφορά
[die] pl.Inflationen 通货膨胀。


dictionary extension
© dictionarist.com