Ιταλικά → Αγγλικά - infinitivo

προφορά
adj. infinitive, characterized by or containing an infinitive (Grammar)

Πορτογαλικά → Αγγλικά - infinitivo

προφορά
adj. infinitive, simple form of a verb which does not specify a subject (Grammar)

Ισπανικά → Αγγλικά - infinitivo

προφορά
adj. infinitive, characterized by or containing an infinitive (Grammar); infinitival, of or pertaining to the infinitive (Grammar)

Ιταλικά → Γερμανικά - infinitivo

προφορά
infinitiv

Πορτογαλικά → Γαλλικά - infinitivo

προφορά
(lingüística) infinitif (m)

Ισπανικά → Γαλλικά - infinitivo

προφορά
(lingüística) infinitif (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - infinitivo

προφορά
n. infinitiv, nennform

Ισπανικά → Ρωσικά - infinitivo

προφορά
n. инфинитив

Ισπανικά → Κορεατικά - infinitivo

προφορά
n. 부정사
adj. 부정사의


dictionary extension
© dictionarist.com