Αγγλικά → Ελληνικά - indomitable

προφορά
επίθ. αδάμαστος, ακατάβλητος

Αγγλικά → Αγγλικά - indomitable

προφορά
adj. unconquerable, cannot be subdued or overcome

Αγγλικά → Γαλλικά - indomitable

προφορά
adj. indomptable; que l'on ne peut briser

Αγγλικά → Γερμανικά - indomitable

προφορά
adj. unzähmbar, unbeugsam; unbezwingbar, unbesiegbar

Αγγλικά → Ινδονησιακά - indomitable

προφορά
a. gigih, dikekang: yg sukar dikekang, keras hati, terkalahkan: tdk terkalahkan, menyerah: yg tdk mau menyerah

Αγγλικά → Ιταλικά - indomitable

προφορά
agg. indomabile, che non si può vincere

Αγγλικά → Πολωνικά - indomitable

προφορά
a. nieposkromiony, nieugięty, nieustraszony

Αγγλικά → Πορτογαλικά - indomitable

προφορά
adj. indomável, invencível

Αγγλικά → Ρουμανικά - indomitable

προφορά
a. neîmblânzit, îndărătnic

Αγγλικά → Ρωσικά - indomitable

προφορά
прил. неукротимый, упрямый, упорный

Αγγλικά → Ισπανικά - indomitable

προφορά
adj. indomable, indomeñable, indómito

Αγγλικά → Τουρκικά - indomitable

προφορά
s. yılmaz, boyun eğmez, direnen

Αγγλικά → Ουκρανικά - indomitable

προφορά
a. невгамовний

Αγγλικά → Ολλανδικά - indomitable

προφορά
bn. ontembaar

Αγγλικά → Αραβικά - indomitable

προφορά
‏لا يقهر، لا يغلب‏

Αγγλικά → Κινεζικά - indomitable

προφορά
(形) 不屈服的; 不屈不挠的

Αγγλικά → Κινεζικά - indomitable

προφορά
(形) 不屈服的; 不屈不撓的

Αγγλικά → Χίντι - indomitable

προφορά
a. न बदनेवाला, अदम्य

Αγγλικά → Ιαπωνικά - indomitable

προφορά
(形) 不屈の

Αγγλικά → Κορεατικά - indomitable

προφορά
형. 굽히지 않는

Αγγλικά → Βιετναμικά - indomitable

προφορά
a. không thể chế ngự được, không thể chinh phục được


dictionary extension
© dictionarist.com