Αγγλικά → Ελληνικά - indispensable

προφορά
επίθ. απαραίτητος

Αγγλικά → Αγγλικά - indispensable

προφορά
adj. absolutely necessary, essential, vital, cannot be done without
adj. indispensable, essential

Αγγλικά → Γαλλικά - indispensable

προφορά
adj. indispensable, obligatoire, de première nécessité; essentiel; vital

Αγγλικά → Γερμανικά - indispensable

προφορά
adj. notwendig, unentbehrlich, unabdingbar, unerlässlich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - indispensable

προφορά
a. diperlukan: yg diperlukan, boleh: tdk boleh tdk, harus: yg harus ada

Αγγλικά → Ιταλικά - indispensable

προφορά
agg. indispensabile, necessario; inderogabile, che deve essere rispettato

Αγγλικά → Πολωνικά - indispensable

προφορά
a. niezbędny, nieodzowny, niezastąpiony, konieczny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - indispensable

προφορά
adj. indispensável, obrigatório, necessário

Αγγλικά → Ρουμανικά - indispensable

προφορά
a. indispensabil, esenţial, bază: de bază, imperios

Αγγλικά → Ρωσικά - indispensable

προφορά
прил. нужный, необходимый, обязательный, совершенно необходимый, незаменимый, не допускающий исключений

Αγγλικά → Ισπανικά - indispensable

προφορά
adj. indispensable, elemental, forzoso, imprescindible, necesario, vital

Αγγλικά → Τουρκικά - indispensable

προφορά
s. zorunlu, mecburi, kaçınılmaz, zaruri, gerekli, öncelikli

Αγγλικά → Ουκρανικά - indispensable

προφορά
a. необхідний, незамінний, обов'язковий, конечний, невідкличний

Γαλλικά → Αγγλικά - indispensable

προφορά
adj. indispensable, essential

Ισπανικά → Αγγλικά - indispensable

προφορά
adj. indispensable, requisite, essential, necessary

Αγγλικά → Ολλανδικά - indispensable

προφορά
bn. onmisbaar; kan niet zonder; mag niet van afgezien worden

Γαλλικά → Γερμανικά - indispensable

προφορά
adj. unbedingt notwendig, unerlässlich, unvermeidlich, unverzichtbar, unentbehrlich, unabkömmlich

Γαλλικά → Ιταλικά - indispensable

προφορά
(essentiel) essenziale; necessario; indispensabile

Γαλλικά → Πορτογαλικά - indispensable

προφορά
(essentiel) essencial; necessário; indispensável

Γαλλικά → Ρωσικά - indispensable

προφορά
a. совершенно необходимый

Γαλλικά → Ισπανικά - indispensable

προφορά
(essentiel) esencial; necesario; imprescindible

Γαλλικά → Τουρκικά - indispensable

προφορά
geçilmez, kaçınılmaz, zorunlu

Ισπανικά → Γερμανικά - indispensable

προφορά
a. unerlässlich, unumgänglich, unentbehrlich, unabdingbar, obligat, notwendig, unabkömmlich

Ισπανικά → Ρωσικά - indispensable

προφορά
adj. обязательный, необходимый

Γαλλικά → Ολλανδικά - indispensable

προφορά
(essentiel) onmisbaar; noodzakelijk; onontbeerlijk

Αγγλικά → Αραβικά - indispensable

προφορά
‏حيوي، ضروري، لا غنى عنه، لازم لا مفر منه، أساسي، لا بديل له‏

Αγγλικά → Κινεζικά - indispensable

προφορά
(形) 不可缺少的, 绝对必要的, 不能避免的

Αγγλικά → Κινεζικά - indispensable

προφορά
(形) 不可缺少的, 絕對必要的, 不能避免的

Αγγλικά → Χίντι - indispensable

προφορά
a. परम आवश्यक, अपरिहार्य

Αγγλικά → Ιαπωνικά - indispensable

προφορά
(形) 必須の

Αγγλικά → Κορεατικά - indispensable

προφορά
형. 없어서는 안될, 필수적인

Αγγλικά → Βιετναμικά - indispensable

προφορά
a. bắt buộc, không được qua, cần thiết

Ισπανικά → Κορεατικά - indispensable

προφορά
adj. 없어서는 안될, 필요한


dictionary extension
© dictionarist.com