Πορτογαλικά → Αγγλικά - indígena

προφορά
n. denizen; native, aboriginal

Ισπανικά → Αγγλικά - indígena

προφορά
adj. indigenous, native; aboriginal

Ισπανικά → Γερμανικά - indígena

προφορά
n. einheimische, inländer, eingeborene
a. eingeboren, einheimisch, inländisch, eingesessen, ortsansässig

Ισπανικά → Ρωσικά - indígena

προφορά
n. туземец,
adj. туземный

Ισπανικά → Κορεατικά - indígena

προφορά
n. 본토박이, 원주민
adj. 토착의, 출생지의


dictionary extension
© dictionarist.com