Πορτογαλικά → Αγγλικά - inclinado

προφορά
adv. downhill, downward

Ισπανικά → Αγγλικά - inclinado

προφορά
adj. inclinable, inclined, leaned, slanted, slode

Πορτογαλικά → Γαλλικά - inclinado

προφορά
1. (geral) disposé; penché; de travers; oblique
2. (atitude) disposé; enclin
3. (superfície) en pente; incliné 4. (condição emocional) disposé; enclin

Ισπανικά → Γαλλικά - inclinado

προφορά
1. (general) penché
2. (actitud) disposé; enclin
3. (superficie) en pente; incliné

Ισπανικά → Γερμανικά - inclinado

προφορά
a. geneigt, schräg, steil, schief, windschief

Ισπανικά → Ρωσικά - inclinado

προφορά
adj. наклонный

Ισπανικά → Κορεατικά - inclinado

προφορά
adj. 경향: ...의 경향이 있는, 바탈진


dictionary extension
© dictionarist.com