Αγγλικά → Ελληνικά - incipient

προφορά
επίθ. αρχίζων, ανόητος, αρκτικός, αρχόμενος

Αγγλικά → Αγγλικά - incipient

προφορά
adj. initial, beginning, commencing, starting

Αγγλικά → Γαλλικά - incipient

προφορά
adj. naissant, débutant, étape de commencement

Αγγλικά → Γερμανικά - incipient

προφορά
adj. einleitend; nfangend; beginnend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - incipient

προφορά
a. mulai: yg baru mulai, jadi: yg baru jadi

Αγγλικά → Ιταλικά - incipient

προφορά
agg. incipiente, iniziale

Αγγλικά → Πολωνικά - incipient

προφορά
a. zaczątkowy, stadium: w początkowym stadium

Αγγλικά → Πορτογαλικά - incipient

προφορά
adj. incipiente, iniciante, principiante, que está no começo

Αγγλικά → Ρουμανικά - incipient

προφορά
a. incipient, iniţial

Αγγλικά → Ρωσικά - incipient

προφορά
прил. начинающийся, зарождающийся, начальный

Αγγλικά → Ισπανικά - incipient

προφορά
adj. incipiente, novel

Αγγλικά → Τουρκικά - incipient

προφορά
s. yeni başlayan, başlangıç aşmasında olan

Αγγλικά → Ουκρανικά - incipient

προφορά
a. початковий

Ρουμανικά → Αγγλικά - incipient

a. incipient, inchoate, inchoative, infantile

Αγγλικά → Ολλανδικά - incipient

προφορά
bn. beginnend, in aanvang

Αγγλικά → Αραβικά - incipient

προφορά
‏أولي، إبتدائي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - incipient

προφορά
(形) 起初的, 初期的, 发端的

Αγγλικά → Κινεζικά - incipient

προφορά
(形) 起初的, 初期的, 發端的

Αγγλικά → Χίντι - incipient

προφορά
a. पैदा होनेवाला, उत्पन्न होनेवाला, ठनना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - incipient

προφορά
(形) 初期の

Αγγλικά → Κορεατικά - incipient

προφορά
형. 시초의

Αγγλικά → Βιετναμικά - incipient

προφορά
a. mới bắt đầu, mới khởi sự


dictionary extension
© dictionarist.com