Αγγλικά → Ελληνικά - inch

προφορά
ουσ. δάκτυλος, ίντσα

Αγγλικά → Αγγλικά - inch

προφορά
n. unit of measurement, 1/12 of a foot (equal to 2.54 cm); little bit, iota, small amount
v. move along very slowly, creep, edge
n. inch, unit of measurement, 1/12 of a foot (equal to 2.54 cm)

Αγγλικά → Γαλλικά - inch

προφορά
n. pouce, (mesure); pincée
v. avancer lentement; avancer à petits pas

Αγγλικά → Γερμανικά - inch

προφορά
n. Inch, Zoll (Maßeinheit, circa 2.54 cm); kleine Menge
v. langsam forwärts kommen, schleichen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - inch

προφορά
n. inci, cun
v. melangkah setapak demi setapak

Αγγλικά → Ιταλικά - inch

προφορά
s. pollice; (fig) millimetro
v. spostarsi lentamente

Αγγλικά → Πολωνικά - inch

προφορά
n. cal, piędź
v. cal: posunąć cal po calu

Αγγλικά → Πορτογαλικά - inch

προφορά
s. polegada (medida); bagatela, insignificância
v. avançar devagar, movimentar-se por polegadas

Αγγλικά → Ρουμανικά - inch

προφορά
n. deget, statură, înălţime, cantitate de precipitaţii
v. înainta treptat, înainta centimetru

Αγγλικά → Ρωσικά - inch

προφορά
с. дюйм, небольшое расстояние, высота, рост, небольшое количество
г. двигаться медленно, двигаться осторожно

Αγγλικά → Ισπανικά - inch

προφορά
s. pulgada
v. avanzar lentamente; hacer avanzar poco a poco

Αγγλικά → Τουρκικά - inch

προφορά
f. yavaş yavaş hareket ettirmek
i. inç, az miktar
s. inçlik

Αγγλικά → Ουκρανικά - inch

προφορά
n. дюйм, невеликий: невелика відстань
v. рухатися повільно

Γερμανικά → Αγγλικά - inch

προφορά
v. move along very slowly, creep, edge

Ολλανδικά → Αγγλικά - inch

προφορά
n. inch, unit of measurement, 1/12 of a foot (equal to 2.54 cm); little bit, iota, small amount

Αγγλικά → Ολλανδικά - inch

προφορά
zn. inch(meetmaat), duim; beetje
ww. langzaam voortbewegen

Ολλανδικά → Γαλλικά - inch

προφορά
(maten - gewichten) pouce (m)

Αγγλικά → Αραβικά - inch

προφορά
‏بوصة، إنش، قيد أوغل، جزيرة‏
‏تقدم ببطء‏

Αγγλικά → Κινεζικά - inch

προφορά
(名) 寸, 身高#小岛
(动) 缓慢地移动; 使缓慢地移动

Αγγλικά → Κινεζικά - inch

προφορά
(名) 寸, 身高#小島
(動) 緩慢地移動; 使緩慢地移動

Αγγλικά → Χίντι - inch

προφορά
n. इंच
a. इंच का

Αγγλικά → Ιαπωνικά - inch

προφορά
(動) 少しずつ動く; 少しずつ動かす
(名) インチ, 12分の1フット(2.54センチメートル)に等しい長さの単位; わずかな距離; 身長

Αγγλικά → Κορεατικά - inch

προφορά
명. 인치, 2.54센티미터에 해당하는 길이단위; 소량, 조금
동. 조금씩 움직이게 하다, 조금씩 움직이다, 슬금슬금 기다

Αγγλικά → Βιετναμικά - inch

προφορά
n. đo lường chiều dài của mỹ

Γερμανικά → Κινεζικά - inch

προφορά
[det]英寸。=2.54cm。1/12英尺。


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: inching
Present: inch (3.person: inches)
Past: inched
Future: will inch
Present conditional: would inch
Present Perfect: have inched (3.person: has inched)
Past Perfect: had inched
Future Perfect: will have inched
Past conditional: would have inched
© dictionarist.com