Αγγλικά → Ελληνικά - inborn

προφορά
επίθ. έμφυτος

Αγγλικά → Αγγλικά - inborn

προφορά
adj. natural, innate, present at birth

Αγγλικά → Γαλλικά - inborn

προφορά
adj. inné; congénital; foncier; infus

Αγγλικά → Γερμανικά - inborn

προφορά
adj. angeboren, vererbt

Αγγλικά → Ινδονησιακά - inborn

προφορά
a. asli, pembawaan lahir

Αγγλικά → Ιταλικά - inborn

προφορά
agg. innato, congenito, connaturato

Αγγλικά → Πολωνικά - inborn

προφορά
a. wrodzony, naturalny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - inborn

προφορά
adj. inato, congênito, inerente

Αγγλικά → Ρουμανικά - inborn

προφορά
a. înnăscut, congenital, nativ, ereditar

Αγγλικά → Ρωσικά - inborn

προφορά
прил. врожденный, прирожденный, природный

Αγγλικά → Ισπανικά - inborn

προφορά
adj. innato, congénito, connatural, de nacimiento

Αγγλικά → Τουρκικά - inborn

προφορά
s. doğuştan, doğal

Αγγλικά → Ουκρανικά - inborn

προφορά
a. природжений, природний, рожденний

Αγγλικά → Ολλανδικά - inborn

προφορά
bn. ingeboren, aangeboren

Αγγλικά → Αραβικά - inborn

προφορά
‏فطري، طبيعي، وراثي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - inborn

προφορά
(形) 天生的, 生成的, 生来的

Αγγλικά → Κινεζικά - inborn

προφορά
(形) 天生的, 生成的, 生來的

Αγγλικά → Χίντι - inborn

προφορά
a. सहज, जन्मजात

Αγγλικά → Ιαπωνικά - inborn

προφορά
(形) 生まれながらの, 天性の, 生まれつきの

Αγγλικά → Κορεατικά - inborn

προφορά
형. 타고난

Αγγλικά → Βιετναμικά - inborn

προφορά
a. trời sanh, vũ trụ tạo ra, bẫm sinh


dictionary extension
© dictionarist.com