Ιταλικά → Αγγλικά - impulsivo

προφορά
adj. impulsive, impulse, fitful

Πορτογαλικά → Αγγλικά - impulsivo

προφορά
adj. impulsive, passionate; madcap; warm-blooded

Ισπανικά → Αγγλικά - impulsivo

προφορά
adj. impulsive, rash, hasty; acting on impulse; spontaneous

Ιταλικά → Γαλλικά - impulsivo

προφορά
(generale) impulsif

Ιταλικά → Γερμανικά - impulsivo

προφορά
adj. impulsiv, triebhaft

Πορτογαλικά → Γαλλικά - impulsivo

προφορά
(geral) impulsif

Ισπανικά → Γαλλικά - impulsivo

προφορά
(general) impulsif

Ισπανικά → Γερμανικά - impulsivo

προφορά
a. anstoßend, treibend, impulsiv, lebhaft, triebhaft, jäh


dictionary extension
© dictionarist.com