Ισπανικά → Αγγλικά - impulsividad

προφορά
n. impulsiveness, recklessness, rashness; spontaneity, state of being driven by sudden desires or urges

Ισπανικά → Γαλλικά - impulsividad

προφορά
(carácter) impulsivité (f); caractère impulsif

Ισπανικά → Γερμανικά - impulsividad

προφορά
n. impulsivität, triebhaftigkeit

Ισπανικά → Κορεατικά - impulsividad

προφορά
n. 감정에 끌린 것


dictionary extension
© dictionarist.com