Αγγλικά → Ελληνικά - impulsive

προφορά
επίθ. αυθόρμητος, ορμητικός, παρορμητικός

Αγγλικά → Αγγλικά - impulsive

προφορά
adj. rash, hasty; acting on impulse; spontaneous
adj. impulsive, acting on impulse, spontaneous, instinctive, not premeditated, unplanned
adj. impulsive, rash

Αγγλικά → Γαλλικά - impulsive

προφορά
adj. impulsif, involontaire; spontané; velléitaire

Αγγλικά → Γερμανικά - impulsive

προφορά
adj. stoßend, antreibend; vorwärts treibend; impulsiv

Αγγλικά → Ινδονησιακά - impulsive

προφορά
a. menuruntukan: bersifat menuruntukan kata hati, menuruntukan: bersifat menuruntukan gerak hati, impulsif

Αγγλικά → Ιταλικά - impulsive

προφορά
agg. impulsivo; (Mecc) che comunica movimento

Αγγλικά → Πολωνικά - impulsive

προφορά
a. napędowy, impulsywny, popędliwy, prędki, raptowny, porywczy, żywiołowy, odruchowy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - impulsive

προφορά
adj. impulsivo, rápido, ligeiro; que age de acordo com os impulsos ou instintos

Αγγλικά → Ρουμανικά - impulsive

προφορά
a. impulsiv

Αγγλικά → Ρωσικά - impulsive

προφορά
прил. импульсивный, побуждающий

Αγγλικά → Ισπανικά - impulsive

προφορά
adj. impulsivo, compulsivo, intempestivo

Αγγλικά → Τουρκικά - impulsive

προφορά
s. itici, dürtücü, düşüncesiz, düşünmeden hareket eden

Αγγλικά → Ουκρανικά - impulsive

προφορά
a. імпульсивний, спонукальний, нестримний

Γαλλικά → Αγγλικά - impulsive

προφορά
[impulsif] adj. impulsive, rash

Αγγλικά → Ολλανδικά - impulsive

προφορά
bn. impulsief; voorbarig, overijld; impulsief (gedrag)

Αγγλικά → Αραβικά - impulsive

προφορά
‏مندفع، متهور، تلقائي، دفعي، دافع، نابض‏

Αγγλικά → Κινεζικά - impulsive

προφορά
(形) 冲动的, 任性的, 受感情驱使的

Αγγλικά → Κινεζικά - impulsive

προφορά
(形) 衝動的, 任性的, 受感情驅使的

Αγγλικά → Χίντι - impulsive

προφορά
a. आवेग, संवेगशील

Αγγλικά → Ιαπωνικά - impulsive

προφορά
(形) 衝動的な; 推し進める; 自然発生的な

Αγγλικά → Κορεατικά - impulsive

προφορά
형. 성급하게; 감정에 따라 행동하는; 충동적인

Αγγλικά → Βιετναμικά - impulsive

προφορά
a. đẩy tới, đẩy đi


dictionary extension
© dictionarist.com