Γερμανικά → Αγγλικά - impulsiv

προφορά
adv. impulsively, spontaneously, instinctively

Ρουμανικά → Αγγλικά - impulsiv

a. impulsive, violent

Γερμανικά → Γαλλικά - impulsiv

προφορά
adj. impulsif, spontané
adv. impulsivement

Γερμανικά → Ιταλικά - impulsiv

προφορά
adj. impulsivo

Γερμανικά → Ρωσικά - impulsiv

προφορά
adj. импульсивный, экспансивный, порывистый, импульсный
adv. импульсивно

Γερμανικά → Ισπανικά - impulsiv

προφορά
adj. impulsivo

Γερμανικά → Τουρκικά - impulsiv

προφορά
s. tez canlı, ateş gibi, coşkun

Γερμανικά → Κινεζικά - impulsiv

προφορά
adj. adv. 冲动的。一时冲动引起的。


dictionary extension
© dictionarist.com