Ισπανικά → Αγγλικά - impuesto

προφορά
adj. laid; kept; exact; inflicted; lewd

Ισπανικά → Γαλλικά - impuesto

προφορά
1. (impuestos) imposé
2. (forzoso) forcé; imposé
3. (impuestos obligatorios) impôt (m) 4. (impuestos) impôt (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - impuesto

προφορά
n. steuer, abgabe, gebühr, taxe, auflage

Ισπανικά → Ρωσικά - impuesto

προφορά
n. налог, пошлина,
adj. поднаторевший

Ισπανικά → Κορεατικά - impuesto

προφορά
n. 세, 세금
adj. 익숙해진


dictionary extension
© dictionarist.com