Αγγλικά → Ελληνικά - impressive

προφορά
επίθ. εντυπωσιακός, επιβλητικός

Αγγλικά → Αγγλικά - impressive

προφορά
adj. grand, imposing, striking, magnificent

Αγγλικά → Γαλλικά - impressive

προφορά
adj. impressionnant

Αγγλικά → Γερμανικά - impressive

προφορά
adj. eindrucksvoll, beeindruckend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - impressive

προφορά
a. mengesankan: yg mengesankan, mengagumkan: yg mengagumkan, keren, hebat, impresif

Αγγλικά → Ιταλικά - impressive

προφορά
agg. impressionante, che impressiona, che colpisce; solenne

Αγγλικά → Πολωνικά - impressive

προφορά
a. wywołujący głębokie wrażenie, wstrząsający, efektowny, pokaźny, przejmujący, imponujący, frapujący

Αγγλικά → Πορτογαλικά - impressive

προφορά
adj. impressivo, impressionante; que causa impressão, que influi

Αγγλικά → Ρουμανικά - impressive

προφορά
a. impresionant, impresie: care produce o impresie, monolitic, prestigios, solemn

Αγγλικά → Ρωσικά - impressive

προφορά
прил. впечатляющий, выразительный, производящий глубокое впечатление, вальяжный

Αγγλικά → Ισπανικά - impressive

προφορά
adj. impresionante, espectacular, sensacional

Αγγλικά → Τουρκικά - impressive

προφορά
s. etkileyici

Αγγλικά → Ουκρανικά - impressive

προφορά
a. вражаючий, виразний, показний, разючий, солідний

Αγγλικά → Ολλανδικά - impressive

προφορά
bn. indrukwekkend; maakt grote indruk

Αγγλικά → Αραβικά - impressive

προφορά
‏مثير للإعجاب‏

Αγγλικά → Κινεζικά - impressive

προφορά
(形) 给人深刻印象的, 感人的

Αγγλικά → Κινεζικά - impressive

προφορά
(形) 給人深刻印象的, 感人的

Αγγλικά → Χίντι - impressive

προφορά
a. प्रभावशाली, गंभीर

Αγγλικά → Ιαπωνικά - impressive

προφορά
(形) 印象的な

Αγγλικά → Κορεατικά - impressive

προφορά
형. 강한 인상을 주는, 깊은 감명을 주는, 인상적인

Αγγλικά → Βιετναμικά - impressive

προφορά
a. cãm kích, động lòng, cãm động


dictionary extension
© dictionarist.com