Αγγλικά → Ελληνικά - impregnable

προφορά
επίθ. απόρθητος

Αγγλικά → Αγγλικά - impregnable

προφορά
adj. invulnerable, able to resist an attack; indisputable, incontestable, unbeatable; fertilizable, able to be impregnated
adj. insusceptible, insensitive

Αγγλικά → Γαλλικά - impregnable

προφορά
adj. imprenable; inexpugnable; fortifié; irréfutable; impénétrable

Αγγλικά → Γερμανικά - impregnable

προφορά
adj. stark, fest; uneindringbar, befestigt; unzerstörbar; befruchtbar

Αγγλικά → Ινδονησιακά - impregnable

προφορά
a. menahan: yg dpt menahan serangan-serangan, terkalahkan: tdk terkalahkan, direbut: yg tak dpt direbut

Αγγλικά → Ιταλικά - impregnable

προφορά
agg. inespugnabile, inattaccabile, imprendibile; invincibile; (fig) inoppugnabile

Αγγλικά → Πολωνικά - impregnable

προφορά
a. zdobycie: nie do zdobycia, nieskazitelna, odparcie: nie do odparcia, niezachwiany

Αγγλικά → Πορτογαλικά - impregnable

προφορά
adj. forte, solido; impermeável, impossível de ser penetrado; que não dá para passar; impregnável; fecundável

Αγγλικά → Ρουμανικά - impregnable

προφορά
a. invincibil, neînvins: de neînvins, inexpugnabil, necucerit

Αγγλικά → Ρωσικά - impregnable

προφορά
прил. неприступный, неуязвимый, непоколебимый, стойкий

Αγγλικά → Ισπανικά - impregnable

προφορά
adj. impregnable, impenetrable, inexpugnable, inextricable

Αγγλικά → Τουρκικά - impregnable

προφορά
s. zaptedilemez, ele geçirilemez, etkilenmez, dayanıklı, içirilebilir

Αγγλικά → Ουκρανικά - impregnable

προφορά
a. неприступний, непохитний, запліднюваний

Γαλλικά → Αγγλικά - impregnable

προφορά
adj. insusceptible, insensitive

Ισπανικά → Αγγλικά - impregnable

προφορά
absorbing

Αγγλικά → Ολλανδικά - impregnable

προφορά
bn. onneembaar; onaantastbaar; ondoordringbaar; vastberaden, stoer; bevruchtbaar, te bevruchten

Ισπανικά → Γερμανικά - impregnable

προφορά
a. imprägnierbar

Αγγλικά → Αραβικά - impregnable

προφορά
‏منيع، حصين، لا تدحض‏

Αγγλικά → Κινεζικά - impregnable

προφορά
(形) 可以受孕的; 可以受精的#无法攻取的, 难攻陷的, 要塞坚固的

Αγγλικά → Κινεζικά - impregnable

προφορά
(形) 可以受孕的; 可以受精的#無法攻取的, 難攻陷的, 要塞堅固的

Αγγλικά → Χίντι - impregnable

προφορά
a. अकाट, अभेद्य, अखंडनीय

Αγγλικά → Ιαπωνικά - impregnable

προφορά
(形) 難攻不落の; 動じない; 受精可能な

Αγγλικά → Κορεατικά - impregnable

προφορά
형. 난공불락의, 공격에 저항할 수 있는; 이길 수 없는; 수정가능한, 수태가능한

Αγγλικά → Βιετναμικά - impregnable

προφορά
a. không thể chiếm được, không thể lấy được, không thể cướp đoạt


dictionary extension
© dictionarist.com