Αγγλικά → Ελληνικά - implicitly

προφορά
(Lex**) σιωπηρά

Αγγλικά → Αγγλικά - implicitly

προφορά
adv. in an implied manner; unconditionally, absolutely

Αγγλικά → Γαλλικά - implicitly

προφορά
adv. implicitement, tacitement, aveuglément

Αγγλικά → Γερμανικά - implicitly

προφορά
adv. implizit, inbegriffen, unausgesprochen; bedingungslos, absolut

Αγγλικά → Ινδονησιακά - implicitly

προφορά
adv. langsung: tdk langsung, mutlak: dgn mutlak

Αγγλικά → Ιταλικά - implicitly

προφορά
avv. illimitatamente; con suggerimento

Αγγλικά → Πολωνικά - implicitly

προφορά
adv. domyślnie, zastrzeżenie: bez zastrzeżeń, bezwarunkowo, bezwzględnie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - implicitly

προφορά
adv. implicitamente; sem restrição; potencial

Αγγλικά → Ρουμανικά - implicitly

προφορά
adv. implicit

Αγγλικά → Ρωσικά - implicitly

προφορά
нареч. косвенным образом, безоговорочно, без колебаний

Αγγλικά → Ισπανικά - implicitly

προφορά
adv. implícitamente, tácitamente

Αγγλικά → Τουρκικά - implicitly

προφορά
zf. üstü kapalı olarak, dolaylı olarak, tam olarak, kesin olarak

Αγγλικά → Ουκρανικά - implicitly

προφορά
adv. прямо: не прямо, беззастережно

Αγγλικά → Ολλανδικά - implicitly

προφορά
bw. toegespeeld; zonder bezwaren

Αγγλικά → Αραβικά - implicitly

προφορά
‏على نحو مطلق، بشكل متضمن، طاعة عمياء‏

Αγγλικά → Κινεζικά - implicitly

προφορά
(副) 含蓄地; 暗示地

Αγγλικά → Κινεζικά - implicitly

προφορά
(副) 含蓄地; 暗示地

Αγγλικά → Χίντι - implicitly

προφορά
adv. निस्संदेह, फंसाव से, लपेट से, उलझाव से, निहितार्थ से

Αγγλικά → Ιαπωνικά - implicitly

προφορά
(副) 暗黙のうちに; 無条件に, 絶対的に

Αγγλικά → Κορεατικά - implicitly

προφορά
부. 절대적으로, 무조건적으로; 은연중으로

Αγγλικά → Βιετναμικά - implicitly

προφορά
adv. hàm súc, ám chỉ


dictionary extension
© dictionarist.com