Ιταλικά → Αγγλικά - imperativo

προφορά
adj. imperative, necessary, obligatory; of the imperative mood (Grammar)

Πορτογαλικά → Αγγλικά - imperativo

προφορά
adj. imperative, obligation

Ισπανικά → Αγγλικά - imperativo

προφορά
adj. imperative, of the form used when making an order or request (Grammar); of a verb in the imperative mood (Grammar); imperious, domineering

Ιταλικά → Γαλλικά - imperativo

προφορά
1. (voce) impératif; impérieux
2. (linguistica) impératif

Ιταλικά → Γερμανικά - imperativo

προφορά
n. befehlsform, imperativ, muss

Πορτογαλικά → Γαλλικά - imperativo

προφορά
1. (urgente) impératif
2. (lingüística) impératif
3. (comportamento) impérieux; dictatorial; autoritaire 4. (compulsório) obligatoire; obligé; ordonné

Ισπανικά → Γαλλικά - imperativo

προφορά
1. (lingüística) impératif
2. (obligatorio) obligatoire; obligé; ordonné

Ισπανικά → Γερμανικά - imperativo

προφορά
n. imperativ, befehlsform, gebot
a. gebieterisch, zwingend, imperativisch

Ισπανικά → Ρωσικά - imperativo

προφορά
adj. повелительный

Ισπανικά → Κορεατικά - imperativo

προφορά
adj. 피할 수 없는


dictionary extension
© dictionarist.com