Αγγλικά → Ελληνικά - impenetrable

προφορά
επίθ. αδιαπέραστος, ανεξιχνίαστος, αξεδιάλυτος

Αγγλικά → Αγγλικά - impenetrable

προφορά
adj. incapable of being penetrated or entered; unsusceptible to outside ideas or influences; unfathomable, inscrutable
adj. impenetrable, inscrutable, fathomless
adj. impervious, impenetrable, inscrutable

Αγγλικά → Γαλλικά - impenetrable

προφορά
adj. impénétrable, insondable

Αγγλικά → Γερμανικά - impenetrable

προφορά
adj. unzugänglich; unbezwingbar, uneinnehmbar

Αγγλικά → Ινδονησιακά - impenetrable

προφορά
a. dimasuki: yg tak dpt dimasuki, ditembus: yg tak dpt ditembus, dilalui: yg tdk dpt dilalui

Αγγλικά → Ιταλικά - impenetrable

προφορά
agg. impenetrabile; incomprensibile, indecifrabile, oscuro; ottuso, tardo, lento

Αγγλικά → Πολωνικά - impenetrable

προφορά
a. nieprzenikliwy, nieprzepuszczalny, nieprzebyty, niezgłębiony, niedostępny, przebicie: nie do przebicia, nieprzebity, nieprzejrzany

Αγγλικά → Πορτογαλικά - impenetrable

προφορά
adj. impenetrável

Αγγλικά → Ρουμανικά - impenetrable

προφορά
a. impenetrabil, nepătruns: de nepătruns, nestrăbătut: de nestrăbătut

Αγγλικά → Ρωσικά - impenetrable

προφορά
прил. непроницаемый, непромокаемый, непроходимый, беспросветный, непонятный, непостижимый

Αγγλικά → Ισπανικά - impenetrable

προφορά
adj. impenetrable, hermético, inaccesible, indescifrable

Αγγλικά → Τουρκικά - impenetrable

προφορά
s. girilemez, akıl ermez, anlaşılmaz, kapalı

Αγγλικά → Ουκρανικά - impenetrable

προφορά
a. непроникний, непрохідний, безпросвітний, незрозумілий, непроникливий

Ισπανικά → Αγγλικά - impenetrable

προφορά
adj. impervious, impenetrable, inscrutable

Αγγλικά → Ολλανδικά - impenetrable

προφορά
bn. ondoordringbaar

Ισπανικά → Γαλλικά - impenetrable

προφορά
1. (naturaleza) impénétrable
2. (técnico) imperméable

Ισπανικά → Γερμανικά - impenetrable

προφορά
a. undurchdringlich, undurchsichtig, undurchschaubar, unerforschlich, unergründlich

Ισπανικά → Ρωσικά - impenetrable

προφορά
adj. непроницаемый

Αγγλικά → Αραβικά - impenetrable

προφορά
‏منيع، مبهم، غير قابل للاختراق، لا ينفذ، عديم الإحساس، مستغلق، لا سبيل إلى فهمه، غامض‏

Αγγλικά → Κινεζικά - impenetrable

προφορά
(形) 不能穿过的, 费解的, 不可理喻的

Αγγλικά → Κινεζικά - impenetrable

προφορά
(形) 不能穿過的, 費解的, 不可理喻的

Αγγλικά → Χίντι - impenetrable

προφορά
a. अभेद्य, अप्रवेश्य

Αγγλικά → Ιαπωνικά - impenetrable

προφορά
(形) 突き通せない; 通さない; 見通せない; 不可解な

Αγγλικά → Κορεατικά - impenetrable

προφορά
형. 꿰뚫을 수 없는, 침투할 수 없는; 사상이나 생각에 둔감한, 완고한; 헤아릴 수 없는

Αγγλικά → Βιετναμικά - impenetrable

προφορά
a. không thể dò, không thể đoán được, không thấu qua được, không thể hiểu được

Ισπανικά → Κορεατικά - impenetrable

προφορά
adj. 통하지 않는


dictionary extension
© dictionarist.com