Πορτογαλικά → Αγγλικά - impaciente

προφορά
adj. quick, fiducial, eager, forward, oruff

Ισπανικά → Αγγλικά - impaciente

προφορά
adj. hasty; impatient; eager; fretful

Πορτογαλικά → Γαλλικά - impaciente

προφορά
1. (comportamento) impatient
2. (desejoso) désirant ardemment; avide; impatient de

Ισπανικά → Γαλλικά - impaciente

προφορά
1. (comportamiento) impatient
2. (ansioso) désirant ardemment; avide; impatient de

Ισπανικά → Γερμανικά - impaciente

προφορά
a. ungeduldig, sehnsüchtig, sehnsuchtsvoll, kribbelig, erwartungsvoll

Ισπανικά → Ρωσικά - impaciente

προφορά
adj. нетерпеливый

Ισπανικά → Κορεατικά - impaciente

προφορά
adj. 성마른


© dictionarist.com