Αγγλικά → Αγγλικά - illiquid

προφορά
adj. without enough cash; difficult to convert into cash; lacking liquid assets; not liquid

Αγγλικά → Γερμανικά - illiquid

προφορά
illiquide, zahlungsunfähig, nicht flüssig

Αγγλικά → Ρωσικά - illiquid

προφορά
прил. неликвидный

Αγγλικά → Ισπανικά - illiquid

προφορά
no líquido

Γερμανικά → Γαλλικά - illiquid

προφορά
adj. insolvable

Γερμανικά → Ιταλικά - illiquid

προφορά
adj. illiquido

Γερμανικά → Τουρκικά - illiquid

προφορά
s. nakit parası olmayan

Γερμανικά → Κινεζικά - illiquid

προφορά
adj. 无支付能力的。无流动资金的。没有充足现金的。


© dictionarist.com