Γαλλικά → Αγγλικά - ignorante

προφορά
[ignorant] adj. ignorant, illiterate, unaware, nescient; untaught, rude; artless, raw, unenlightened

Ιταλικά → Αγγλικά - ignorante

προφορά
adj. ignorant, ill-informed, uneducated, illiterate; impolite, rude

Πορτογαλικά → Αγγλικά - ignorante

προφορά
n. ignoramus, nescient; aberrance; dunce; know-nothing

Ισπανικά → Αγγλικά - ignorante

προφορά
adj. ignorant, nescient, benighted; dark

Γαλλικά → Γερμανικά - ignorante

προφορά
n. nichtswisserin

Ιταλικά → Γερμανικά - ignorante

προφορά
n. nichtswisserin, ungebildet: ungebildeter mensch, nichtswisser, ignorant, barbar
adj. unwissend, unkundig, hinterwäldlerisch, ignorant

Ισπανικά → Γερμανικά - ignorante

προφορά
n. ignorant, nichtswisser, dummkopf
a. unwissend, unkundig, dumm

Ισπανικά → Ρωσικά - ignorante

προφορά
n. профан,
adj. невежественный, необразованный

Ολλανδικά → Γαλλικά - ignorante

προφορά
(gedrag - vrouw) ignare (f); ignorante (f); âne bâté

Ισπανικά → Κορεατικά - ignorante

προφορά
n. 무지한 사람, 아는 체하는 바보
adj. 무지한, 무식한


dictionary extension
© dictionarist.com