Ιταλικά → Αγγλικά - idiosincrasia

προφορά
n. idiosyncrasy, dislike, hate

Ισπανικά → Αγγλικά - idiosincrasia

προφορά
n. idiosyncrasy, specific aspect of the physiology of an individual

Ιταλικά → Γαλλικά - idiosincrasia

προφορά
(comportamento) idiosyncrasie (f)

Ιταλικά → Γερμανικά - idiosincrasia

προφορά
n. idiosynkrasie

Ισπανικά → Γαλλικά - idiosincrasia

προφορά
(comportamiento) idiosyncrasie (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - idiosincrasia

προφορά
n. eigenart, charakter, wesen, idiosynkrasie


dictionary extension
© dictionarist.com