Αγγλικά → Ελληνικά - hunting

προφορά
ουσ. κυνήγι

Αγγλικά → Αγγλικά - hunting

προφορά
n. chasing and capturing of game animals; seeking, searching; pursuing

Αγγλικά → Γαλλικά - hunting

προφορά
n. chasse

Αγγλικά → Γερμανικά - hunting

προφορά
[hunt] v. jagen; suchen
n. Jagen; Suchen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - hunting

προφορά
n. pemburuan

Αγγλικά → Ιταλικά - hunting

προφορά
s. caccia, il cacciare

Αγγλικά → Πολωνικά - hunting

προφορά
n. myślistwo, polowanie, łów, obława, łowiectwo, strzelectwo

Αγγλικά → Πορτογαλικά - hunting

προφορά
s. caça

Αγγλικά → Ρουμανικά - hunting

προφορά
n. fugărire, vânătoare, urmărire, vânătorie
a. cinegetic, vânătoare: de vânătoare

Αγγλικά → Ρωσικά - hunting

προφορά
с. охота, травля

Αγγλικά → Ισπανικά - hunting

προφορά
s. caza, cacería; búsqueda, cinegética

Αγγλικά → Τουρκικά - hunting

προφορά
i. avlanma, avcılık, takip, arama
s. av, avcı

Αγγλικά → Ουκρανικά - hunting

προφορά
n. полювання, пошук: пошуки, рискання, нагінка
a. мисливський

Αγγλικά → Ολλανδικά - hunting

προφορά
zn. jagen

Αγγλικά → Αραβικά - hunting

προφορά
‏مطاردة، الصيد، صيد، قنص، شطط، طردي خاص بالصيد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - hunting

προφορά
(名) 狩猎

Αγγλικά → Κινεζικά - hunting

προφορά
(名) 狩獵

Αγγλικά → Χίντι - hunting

προφορά
n. अहेर, आखेट
a. शिकारी का

Αγγλικά → Ιαπωνικά - hunting

προφορά
(名) 狩り, 狩猟; 捜索; 追跡
(動) 狩る, 狩猟する; 捜す, 捜索する; 追いかける, 追跡する

Αγγλικά → Κορεατικά - hunting

προφορά
명. 수렵; 수색, 검색; 추적

Αγγλικά → Βιετναμικά - hunting

προφορά
n. sự đi săn, sự đuổi bắt, sự chỉ bậy bạ
a. sự chạy không đều


dictionary extension
© dictionarist.com