Αγγλικά → Ελληνικά - humility

προφορά
ουσ. ταπεινότης, ταπεινότητα, μετριοφροσύνη

Αγγλικά → Αγγλικά - humility

προφορά
n. humble state, modesty, meekness

Αγγλικά → Γαλλικά - humility

προφορά
n. humilité; modestie

Αγγλικά → Γερμανικά - humility

προφορά
n. Bescheidenheit; Demut

Αγγλικά → Ινδονησιακά - humility

προφορά
n. kerendahan hati, kesederhanaan, khudu, khidmat, kekhusyukan, kehinaan

Αγγλικά → Ιταλικά - humility

προφορά
s. umiltà

Αγγλικά → Πολωνικά - humility

προφορά
n. uniżoność, pokora, potulność

Αγγλικά → Πορτογαλικά - humility

προφορά
s. humildade; auto-entrega; reverência, submissão

Αγγλικά → Ρουμανικά - humility

προφορά
n. umilinţă, smerenie

Αγγλικά → Ρωσικά - humility

προφορά
с. смирение, скромность, покорность

Αγγλικά → Ισπανικά - humility

προφορά
s. humildad

Αγγλικά → Τουρκικά - humility

προφορά
i. alçakgönüllülük, tevazu

Αγγλικά → Ουκρανικά - humility

προφορά
n. покірність, смиренність, скромний вчинок, бідність

Αγγλικά → Ολλανδικά - humility

προφορά
zn. nederig; onderworpen

Αγγλικά → Αραβικά - humility

προφορά
‏تواضع، قنوت، إتضاع‏

Αγγλικά → Κινεζικά - humility

προφορά
(名) 谦逊, 谦卑, 谦虚

Αγγλικά → Κινεζικά - humility

προφορά
(名) 謙遜, 謙卑, 謙虛

Αγγλικά → Χίντι - humility

προφορά
n. विनम्रता, दीनता, विनय

Αγγλικά → Ιαπωνικά - humility

προφορά
(名) 謙虚

Αγγλικά → Κορεατικά - humility

προφορά
명. 겸손, 부드러움, 유순함

Αγγλικά → Βιετναμικά - humility

προφορά
n. lòng từ tốn, khiêm tốn, khiêm nhượng


dictionary extension
© dictionarist.com